|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο studio παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: couch
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | studio n | (artist, etc.: creative workroom) (καλλιτέχνης) | στούντιο ουσ ουδ άκλ | | | | ατελιέ ουσ ουδ άκλ | | | (αρχιτέκτονας) | γραφείο ουσ ουδ | | | There are five architects working in this studio. | | | Σε αυτό το γραφείο εργάζονται πέντε αρχιτέκτονες. | | studio n | (broadcasting studio for TV or radio) | στούντιο ουσ ουδ άκλ | | | The TV presenter is recording her latest show in that studio. | | | Η παρουσιάστρια της τηλεόρασης γράφει την τελευταία της εκπομπή σε εκείνο το στούντιο. | | studio n | (movie company) | στούντιο ουσ ουδ άκλ | | | | εταιρεία κινηματογραφικών παραγωγών φρ ως ουσ θηλ | | | The movie is being made by one of the major Hollywood studios. | | studio n | (film set) | στούντιο ουσ ουδ άκλ | | | The film crew were in the studio, ready to start filming. | | | Η κινηματογραφική ομάδα ήταν στο στούντιο, έτοιμοι να ξεκινήσουν να φιλμάρουν. | | studio n | (recording studio) | στούντιο ουσ ουδ άκλ | | | The band spent two weeks in the studio recording their album. | | studio n | (venue for dance classes) | αίθουσα χορού φρ ως ουσ θηλ | | | (πιο σύγχρονο) | στούντιο ουσ ουδ άκλ | | | The dance teacher tidied up the studio after the class. | | | Η καθηγήτρια χορού συμμάζεψε την αίθουσα χορού μετά το μάθημα. | | studio n | (one-room apartment) | στούντιο ουσ ουδ άκλ | | | | γκαρσονιέρα ουσ θηλ | | | Philip lives in a studio in the city centre. | | | Ο Φίλιπ μένει σε ένα στούντιο στο κέντρο της πόλης. |
|
|